Τα απόκρυφα και ψευδεπίγραφα κείμενα
Στο τέλος του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου[1], αναφέρεται ότι: «Ὑπάρχουν δὲ καὶ πολλὰ ἄλλα, ὅσα ἔκαμεν ὁ Ἰησοῦς, τὰ ὁποῖα, ἐὰν γράφωνται λεπτομερῶς ἕνα - ἕνα, νομίζω ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ κόσμος μὲ ὅλας τὰς βιβλιοθήκας του δὲν θὰ χωρέσῃ τὰ βιβλία ποὺ θὰ γράφονται. Ἀληθῶς[2]». Το χωρίο αυτό δηλώνει ότι υπήρχε πλήθος λόγων, γεγονότων, θαυμάτων πού ήταν αδύνατο να καταγραφούν. Έτσι, τον «κανόνα» της Καινής Διαθήκης, αποτελεί ένας μικρός αριθμός βιβλίων και σε αυτά, φυσικά, δεν καταγράφονται όλα τα γεγονότα της ζωής του Χριστού. Αυτό όμως συμβαίνει και στην Παλαιά Διαθήκη. Υπήρχαν πολλά περισσότερα βιβλία, όμως η Εκκλησία συμπεριέλαβε μόνο όσα σήμερα έχουμε στην Αγία Γραφή[3]. Ο λόγος δεν ήταν για να αποκρύψει κάποια γεγονότα ή να τονίσει κάποια άλλα. Στην Βίβλο τοποθετήθηκαν τα βιβλία με φωτισμό του αγίου Πνεύματος από τους Αγίους Πατέρες. Σκοπός τους, εκφέροντας την θέληση του Θεού, ήταν η γνωριμία των πιστών με την Αλήθεια και, φυσικά, η σωτηρία τους[4].
Εκτός όμως από τα βιβλία που συμπεριλήφθηκαν στην Βίβλο, υπήρχαν και κάποια άλλα, τα λεγόμενα «απόκρυφα» ή «ψευδεπίγραφα[5]». Τα περισσότερα από αυτά γράφτηκαν μεταξύ του 2ου π.Χ. και 5ου μ.Χ[6]. Είναι εν πολλοίς κείμενα αγνώστου συγγραφέως. Η έλλειψη του πραγματικού συγγραφέα των κειμένων αυτών μπορεί να οφείλεται, από την μια μεριά στην προσπάθεια μιας ευκολότερης και γρηγορότερης διάδοσης του περιεχομένου τους, από την άλλη όμως, στην πιθανή κακή βούληση κάποιων να «περάσουν» τις εσφαλμένες ιδέες τους στο πλατύ κοινό[7]. Στα κείμενα αυτά παρατηρούμε μια προσπάθεια, άλλοτε κάπως επιτυχημένη και άλλοτε πλήρως αποτυχημένη, μίμησης των Ιερών Κειμένων πού συμπεριλαμβάνονται στον «Κανόνα».
Τα βιβλία αυτά, όπως και τα κανονικά, χωρίζονται σε τρείς μεγάλες κατηγορίες: Στα ιστορικά, τα ποιητικά και τα προφητικά. Θα χρειάζονταν αρκετές σελίδες για να απαριθμηθούν και μόνο, γι’ αυτό θα σταθούμε σε τρία από αυτά: Στο «Ψαλτήριο Σολομώντος», στό «Δ΄ Μακκαβαίων» και στην «Αποκάλυψη Μωυσέως».
Το πρώτο είναι μια συλλογή ποιημάτων πού ομοιάζουν αρκετά με το βιβλίο των Ψαλμών[8]. Το έργο αποδίδεται στον σοφό βασιλιά Σολομώντα σύμφωνα με το: «είπε τρείς χιλιάδες παροιμίες και έγραψε χίλια πέντε ποιήματα[9]...». Πιθανολογείται ότι ο συγγραφέας είναι ένας και πιθανόν, κατά τον καθηγητή Μ. Κωνσταντίνου[10], ήταν Φαρισαίος. Έχει γραφτεί πρωτοτύπως στην εβραϊκή γλώσσα, αλλά έχει μεταφραστεί και σώζεται στην ελληνική μετάφραση.
Για το «Δ΄ Μακκαβαίων» δεν ξέρουμε ούτε το ποιος, ούτε το πότε γράφτηκε[11]. Ως πιο πιθανός τόπος είναι η Αλεξάνδρεια μεταξύ του 1ου π.Χ. και του 1ου μ.Χ. αιώνα και ο συγγραφέας μάλλον ήταν ιουδαίος ελληνιστής[12]. Σκοπός της συγγραφής είναι η ανωτερότητα όσων πιστεύουν και τηρούν τον Νόμο, σε αντίθεση με τις αρετές των Ελλήνων[13]. Το κείμενο μιλάει για την αθανασία της ψυχής[14], χωρίς όμως να κάνει λόγο για την ανάσταση[15].
Η «Αποκάλυψη Μωυσέως» κάνει λόγο για την ζωή των πρωτοπλάστων γι’ αυτό και έχει ονομαστεί και ως «Βίος Αδάμ και Εύας[16]». Αναφέρει ότι ο Μωυσής δέχθηκε μία αποκάλυψη από τον αρχάγγελο Μιχαήλ και σε όλο το κείμενο η φαντασία υφίσταται σε μεγάλο βαθμό στις αφηγήσεις περί της πτώσης, του θανάτου και της ταφής των πρώτων ανθρώπων[17]. Είναι ιουδαϊκό έργο με χριστιανικές επιδράσεις[18].
Η ενδελεχής έρευνα των ειδικών περί των βιβλίων αυτών αποδεικνύει την θέληση των συγγραφέων τους, ή και μεταγενεστέρων αυτών υποστηρικτών τους, να «καθοδηγήσουν» την ιστορία, ή να «ωραιοποιήσουν» γεγονότα με βάση πιθανόν την ευσέβεια ή τον ευσεβισμό[19]. Η Εκκλησία απέκλεισε τα κείμενα αυτά, γιατί ούτε να υπερβάλλει θέλει, ούτε να «βαττολογήσει», ούτε έχει ανάγκη να κρύψει κάποια αλήθεια[20]. Η Εκκλησία μέσω των Πατέρων της ορθοτομεί τον λόγο της αληθείας[21].
Όμως, όσα επιχειρήματα και να αναφερθούν για την, κατά την γνώμη κάποιων, ορθή ένταξη ή μη κάποιου βιβλίου από αυτά στον κανόνα της Αγίας Γραφής, θα μοιάζουν πάντα λίγα και ανίσχυρα για αυτόν, πού ψάχνει θεοποιώντας την λογική του και μόνο, ή πού κακοπροαίρετα ζητά να βρει λάθη και ελλείψεις. Χρειάζεται να εμπιστευτείς την Εκκλησία, η οποία κατέχει το άγιο Πνεύμα[22]. Εμπιστευόμαστε τους Πατέρες, πού είναι «καρποί» και τέκνα της Εκκλησίας, γιατί αυτοί με την ζωή τους αποδεικνύουν φανερά ότι έχουν το άγιο Πνεύμα[23], πού είναι το ίδιο με αυτό πού είχαν και αυτοί που συνέγραψαν, συνέταξαν τα Ιερά Κείμενα. Ό,τι η Εκκλησία έχει εγκολπωθεί είναι αληθινό[24]. Άλλο οι ανθρώπινες αδυναμίες που μπορούν να υπάρχουν σε πρόσωπα της Εκκλησίας και άλλο η δογματική της διδασκαλία, πού αποτελεί απόσταγμα της Πεντηκοστής[25].
Η αλήθεια της θεοπνευστίας της Αγίας Γραφής αποκαλύπτεται σε όποιον καλοπροαίρετα την προσεγγίζει και την ερευνά[26]. Το Ιερό Κείμενο είναι «ζωντανό» και επίκαιρο και αυτά είναι σημαντικά σημεία φανέρωσης της υπάρχουσας σε αυτό χάριτος του Θεού.
Η γνώση της «ιστορίας» περί των Βιβλικών και εξωβιβλικών κειμένων είναι σημαντική, διότι βοηθάει τον άνθρωπο να μην παρασύρεται από δημοσιεύματα πού κατά καιρούς βλέπουν το φως της δημοσιότητας, περί δήθεν «ανακάλυψης» απόκρυφων και άγνωστων κειμένων, πού με δόλο και σκοπιμότητα απέκρυψαν οι «άνθρωποι της Εκκλησίας»[27]. Συχνά τέτοιες δημοσιεύσεις δεν υπηρετούν αθώους, αλλά πολύ επικίνδυνους σκοπούς και συμφέροντα. Η αλήθεια υπάρχει ήδη αποκεκαλυμμένη[28] και να αναμένει αυτούς που θα την αναζητήσουν με καλή διάθεση, και τότε είναι σίγουρo ότι αυτή θα τους «πληρώσει» με καρπούς πνευματικούς.
του Αρχιμ. Ιακώβου Κανάκη
[1] Ιωάν 21,25
[2] Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
[3] Τρεμπέλας, Παναγιώτης Ν., Εισαγωγή εις την Καινήν Διαθήκην, Αθήνα: Αδελφότης Θεολόγων «Ὁ Σωτήρ», 1963
Φούντα, Ιερ., Η Ορθόδοξη Πίστη μας. 2η έκδ. Μάνδρα Αττικής: Ιερά Μονή Παναγίας Ευαγγελιστρίας και Οσίου Δαυίδ, 2024.
Κανάκης, I. Αρχιμ., Μαθαίνω από την/και για την Παλαιά Διαθήκη. Εκδ.Γρηγόρη, Αθήνα, 2017.
Μέγας Αθανάσιος, Ἐπιστολὴ 39η (Περὶ τῶν κανονιζομένων καὶ ἀποκρύφων βιβλίων), PG 26, 1437-1444.
Καραβιδόπουλος, Ιωάννης Δ., Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη, Θεσσαλονίκη: Πουρναράς, 1983.
Ιωαννίδης, Β. Χ., Εισαγωγή εις την Καινήν Διαθήκην, Αθήνα, παλαιότερες εκδόσεις· ανατύπωση Θεσσαλονίκη: Σμπίλιας, 1996.
Παναγόπουλος, Ιωάννης, Εισαγωγή στην Παλαιά Διαθήκη, Θεσσαλονίκη: Πουρναράς.
Harrison, R. K., Introduction to the Old Testament, Grand Rapids: Eerdmans, 1969.
Bruce, F. F., The Canon of Scripture, Downers Grove, Illinois: InterVarsity Press, 1988.
Metzger, Bruce M., The Canon of the New Testament: Its Origin, Development, and Significance, Oxford: Clarendon Press, 1987.
[4] «Ἐπειδὴ γὰρ τὰ σημεῖα πολλὰ ἦν, οὐδὲν δὲ πλέον ἔδει τῆς διδασκαλίας, διὰ τοῦτο τὰ ἀναγκαῖα μόνον ἐπιλέγεται· τὰ γὰρ εἰρημένα ἱκανὰ πρὸς πίστιν εἶναι» Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ὁμιλία ΠΗ΄ εἰς τὸ Κατὰ Ἰωάννην, PG 59, 477-478.
«Πολλὰ μὲν οὖν καὶ ἕτερα πέπρακται τῷ Χριστῷ· οἱ δὲ τῶν ἱερῶν Εὐαγγελίων συγγραφεῖς οὐκ ᾤοντο δεῖν ἅπαντα καταλέγειν ἐπὶ μακρόν, ἀλλὰ τὰ δυνάμενα τοῖς ἀναγινώσκουσιν ὠφέλειαν ἐμποιεῖν πρὸς πίστιν καὶ εὐσέβειαν» Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Ὑπόμνημα εἰς τὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιον, Βιβλίον ΙΒ΄, PG 74, 684D–685A.
[5] Schneemelcher, Wilhelm (ed.), New Testament Apocrypha, Vols. I–II, Louisville: Westminster John Knox Press, 1991.
Hennecke, Edgar & Schneemelcher, Wilhelm, New Testament Apocrypha, Philadelphia: Westminster Press, 1963–1965.
«Ἔστι δὲ καὶ ἕτερα βιβλία οὐ μὲν κανονιζόμενα, τετυπωμένα δὲ παρὰ τῶν Πατέρων ἀναγινώσκεσθαι...» Μεγάλου Αθανασίου, Ἐπιστολὴ Ἑορταστικὴ ΛΘ΄ (39η Εορταστική Επιστολή), PG 26, στ. 1437–1444.
Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις Ἀκριβὴς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, Βιβλίον Δ΄, «Περὶ Γραφῆς», PG 94, στ. 1173–1180.
Τρεμπέλας, Παναγιώτης Ν., Εισαγωγή εις την Καινήν Διαθήκην, Αθήνα: Αδελφότης Θεολόγων «Ὁ Σωτήρ», 1963
Καραβιδόπουλος, Ιωάννης Δ., Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη, Θεσσαλονίκη: Πουρναράς, 1983.
Metzger, Bruce M., The Canon of the New Testament: Its Origin, Development, and Significance, Oxford: Clarendon Press, 1987.
[6] Charlesworth, James H. (ed.), The Old Testament Pseudepigrapha, 2 vols., New York: Doubleday, 1983–1985.
[7] Metzger, Bruce M., The Canon of the New Testament: Its Origin, Development, and Significance, Oxford: Clarendon Press, 1987, pp. 165–207.
Ehrman, Bart D., Forgery and Counterforgery: The Use of Literary Deceit in Early Christian Polemics, Oxford: Oxford University Press, 2013.
Schneemelcher, Wilhelm (ed.), New Testament Apocrypha, 2 vols., Louisville: Westminster John Knox Press, 1991.
Charlesworth, James H. (ed.), The Old Testament Pseudepigrapha, 2 vols., New York: Doubleday, 1983–1985.
[8] Charlesworth, James H. (ed.), The Old Testament Pseudepigrapha, Vol. 2, New York: Doubleday, 1985, pp. 639–670.
Atkinson, Kenneth, The Psalms of Solomon, New York: T&T Clark, 2004.
[9] Γ΄ Βασ. 5,12
[10] Κωνσταντίνου, Μιλτιάδης, «Ψαλμοί Σολομώντος», στο: Απόκρυφα της Παλαιάς Διαθήκης, τόμ. Β΄, Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Πουρναρά, 2004, σσ. 281–342.
[11] Anderson, Robert A., «4 Maccabees», in James H. Charlesworth (ed.), The Old Testament Pseudepigrapha, Vol. 2, New York: Doubleday, 1985, pp. 531–564.
[12] Hadas, Moses, The Third and Fourth Books of Maccabees, New York: Harper & Brothers, 1953, pp. 95–112.
Schürer, Emil, The History of the Jewish People in the Age of Jesus Christ, revised by Geza Vermes et al., Vol. III/1, Edinburgh: T&T Clark, 1986, pp. 537–540.
[13] Anderson, Robert A., «4 Maccabees», in Charlesworth (ed.), The Old Testament Pseudepigrapha, Vol. 2, pp. 531–533.
[14] Hadas, The Third and Fourth Books of Maccabees, pp. 112–118.
[15] Nickelsburg, George W. E., Jewish Literature Between the Bible and the Mishnah, 2nd ed., Minneapolis: Fortress Press, 2005, pp. 233–236.
[16] Johnson, M. D., «Life of Adam and Eve», στο James H. Charlesworth (ed.), The Old Testament Pseudepigrapha, Vol. 2, New York: Doubleday, 1985, σσ. 249–295.
Κωνσταντίνου Μ. (επιμ.), Αποκάλυψη Μωυσέως (Βίος Αδάμ και Εύας) στο: Απόκρυφα της Παλαιάς Διαθήκης, τ. Β΄, Θεσσαλονίκη: Πουρναράς, 2004.
[17] Johnson, M. D., «Life of Adam and Eve», στο James H. Charlesworth (ed.), The Old Testament Pseudepigrapha, Vol. 2, New York: Doubleday, 1985, σσ. 249–295.
[18] Nickelsburg, George W. E., Jewish Literature Between the Bible and the Mishnah, 2nd ed., Minneapolis: Fortress Press, 2005, σσ. 281–285.
Stone, Michael E., Jewish Writings of the Second Temple Period, Assen: Van Gorcum, 1984, σσ. 633–635.
[19] Τρεμπέλας, Π. Ν., Εισαγωγή εις την Καινήν Διαθήκην, Αθήνα: Ὁ Σωτήρ, 1963, σσ. 155–190.
Καραβιδόπουλος, Ιωάννης Δ., Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη, Θεσσαλονίκη: Πουρναράς, 1983.
Κωνσταντίνου, Μ. (επιμ.), Απόκρυφα της Παλαιάς Διαθήκης, Θεσσαλονίκη: Πουρναράς, 2004.
Metzger, Bruce M., The Canon of the New Testament: Its Origin, Development, and Significance, Oxford: Clarendon Press, 1987, σσ. 165–207.
Schneemelcher, Wilhelm (ed.), New Testament Apocrypha, 2 vols., Louisville: Westminster John Knox Press, 1991.
Charlesworth, James H. (ed.), The Old Testament Pseudepigrapha, 2 vols., New York: Doubleday, 1983–1985.
Ehrman, Bart D., Forgery and Counterforgery: The Use of Literary Deceit in Early Christian Polemics, Oxford: Oxford University Press, 2013.
Elliott, J. K., The Apocryphal New Testament, Oxford: Clarendon Press, 1993.
Ehrman, Bart D., Lost Christianities, Oxford: Oxford University Press, 2003.
[20] Metzger, Bruce M., The Canon of the New Testament: Its Origin, Development, and Significance, Oxford: Clarendon Press, 1987.
[21] «Ἀρκεῖ γὰρ εἰς ἀπόδειξιν τῆς ἀληθείας ἡ παρὰ τῶν Πατέρων παράδοσις.» Μ.Αθανασίου, Περὶ τῶν Συνόδων, 1, PG 26, 688B.
«Οὐδὲν μετακινοῦντες τῶν αἰωνίων ὁρίων, ἃ ἔθεντο οἱ Πατέρες ἡμῶν.» Ιωάννης ο Δαμασκηνός, Περὶ Εἰκόνων, Λόγος Α΄, PG 94, 1249A.
«Σπούδασον σεαυτὸν δόκιμον παραστῆσαι τῷ Θεῷ, ἐργάτην ἀνεπαίσχυντον, ὀρθοτομοῦντα τὸν λόγον τῆς ἀληθείας.» Β΄ Τιμ 2,15
Ἰωάννης Χρυσόστομος, Εἰς τὴν Γένεσιν, Ὁμιλία ΚΑ΄, PG 53, 174. «Οὐδὲν γὰρ ἐν τῇ θείᾳ Γραφῇ εἰκῇ κεῖται, ἀλλὰ πάντα μετὰ πολλῆς τῆς σοφίας τοῦ Πνεύματος.»
[22] «Πόθεν Χριστιανοί; Διὰ τῆς πίστεως, ἐροῦσι πάντες…» Μ. Βασιλείου, Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, 10, 26 PG 32, 109B–C:
[23] «Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἐδίδαξεν ἡμᾶς πάντα.» Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Ομιλίες εἰς τὴν Πεντηκοστήν, PG 50, 457
[24] «Ἐκκλησία ἐστὶ στῦλος καὶ ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας.» Προς Τιμ Α΄ 3,15
[25] «Ἐν ἀνθρώποις ἁμαρτήματα, ἐν δὲ τῇ πίστει ἀλήθεια ἀμετάθετος.» Ιωάννης ο Δαμασκηνός, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, PG 94, 792C
[26] Β΄ Τιμ 3,16-17
«Πᾶσα γραφὴ θεόπνευστος καὶ ὠφέλιμος πρὸς διδασκαλίαν, πρὸς ἐλεγμόν, πρὸς ἐπανόρθωσιν, πρὸς παιδείαν τὴν ἐν δικαιοσύνῃ· ἵνα ἄρτιος ᾖ ὁ τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπος, πρὸς πᾶν ἔργον ἀγαθὸν ἐξηρτισμένος.»
Εβρ 4,12
«Ζῶν γὰρ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ ἐνεργὴς καὶ τομώτερος ὑπὲρ πᾶσαν μάχαιραν δίστομον...»
Ψλμ 118,105
«Λύχνος τοῖς ποσὶ μου ὁ νόμος σου καὶ φῶς ταῖς τρίβοις μου.»
Β΄ Πέτρου 1,20-21
Ματθ 7, 8
«πᾶς γὰρ ὁ αἰτῶν λαμβάνει, καὶ ὁ ζητῶν εὑρίσκει, καὶ τῷ κρούοντι ἀνοιγήσεται»
«Οὐ γὰρ θελήματι ἀνθρώπου ἠνέχθη ποτέ προφητεία, ἀλλ' ὑπὸ Πνεύματος Ἁγίου φερόμενοι ἐλάλησαν ἅγιοι Θεοῦ ἄνθρωποι.»
Ἰωάννης Χρυσόστομος, Ὁμιλία εἰς τὴν Γένεσιν Β΄, PG 53, 28–29.
Τρεμπέλας, Π. Ν., Δογματική και Συμβολική Θεολογία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τ. Α΄, Αθήνα, σσ. 320–340.
Καραβιδόπουλος, Ιωάννης Δ., Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη, Θεσσαλονίκη: Πουρναράς, 1983.
[27]«Ἐκκλησία γὰρ, εἰ καὶ ἐν παντὶ τῷ κόσμῳ διεσπαρμένη, ὡς ἐν οἴκῳ κατοικοῦσα, ἓν καὶ τὸ αὐτὸ κηρύσσει,
καὶ ὁμοφώνως ταῦτα διδάσκει καὶ παραδίδωσιν, ὡς μίαν ψυχὴν ἔχουσα καὶ μίαν καρδίαν.» Ειρηναίος Λυώνος, Κατὰ Αἱρέσεων, III, 1,1 (Sources Chrétiennes 211, 20–22 = PG 7, 844A–845B)
«Ἔσονται γὰρ ψευδόχριστοι καὶ ψευδοπροφῆται… ὥστε πλανῆσαι εἰ δυνατὸν καὶ τοὺς ἐκλεκτούς.» Ματθ 24,24
«Μὴ προσέχοντες μύθοις καὶ γενεαλογίαις ἀπεράντοις…» Τιμ Α΄ 1,4
[28] «Ὃ ἠκούσαμεν, ὃ ἑωράκαμεν… τοῦτο ἀπαγγέλλομεν.» Α΄ Ιωάν 1,1–3





